ηλεκτρικός
•
- σιδηρόδρομος που κινείται με ηλεκτρισμό Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάσταθμός επιβίβασης / αποβίβασης του παραπάνω σιδηρόδρομου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλεκτρικός < διαγλωσσική ορολογία electr(o)- < αγγλική electric ή γαλλική électrique < λατινική electricus< αρχαία ελληνική ἤλεκτρον + -ικός :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1766
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτρική / ηλεκτρικός / ηλεκτρικό | ηλεκτρικές / ηλεκτρικοί / ηλεκτρικά |
| Γενική | ηλεκτρικής / ηλεκτρικού / ηλεκτρικού | ηλεκτρικών / ηλεκτρικών / ηλεκτρικών |
| Αιτιατική | ηλεκτρική / ηλεκτρικό / ηλεκτρικό | ηλεκτρικές / ηλεκτρικούς / ηλεκτρικά |
| Κλητική | ηλεκτρική / ηλεκτρικέ / ηλεκτρικό | ηλεκτρικές / ηλεκτρικοί / ηλεκτρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →