Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατμόσφαιρα

/aˈtmo.sfe.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μόνο στον ενικόη μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο. Βικιλεξικό
    • Στη Γη, η ατμόσφαιρα είναι απαραίτητη για την επιβίωση των οργανισμών και διακρίνεται σε τροπόσφαιρα, στρατόσφαιρα, μεσόσφαιρα, θερμόσφαιρα ή ιονόσφαιρα και εξώσφαιρα.
    • η ρύπανση της ατμόσφαιρας είναι ζήτημα που αφορά όλους μας
  2. μόνο στον ενικόη μάζα αερίων που καλύπτει μια περιοχή Βικιλεξικό
    • Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
    • η ατμόσφαιρα των μεγαλουπόλεων
  3. μόνο στον ενικόοι μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σε μια περιοχή Βικιλεξικό
    • η ατμόσφαιρα αύριο θα είναι διαυγής
  4. μόνο στον ενικόο αέρας σε ένα συγκεκριμένο χώρο Βικιλεξικό
    • άνοιξε το παράθυρο να ανανεωθεί η ατμόσφαιρα
  5. μόνο στον ενικόη συναισθηματική ή ψυχολογική διάθεση που κυριαρχεί σε ένα χώρο Βικιλεξικό
    • με τα πρώτα χαμόγελα η ατμόσφαιρα έγινε λιγότερο αμήχανη
  6. αστρονομίατο αεριώδες περίβλημα των ουράνιων σωμάτων Βικιλεξικό
  7. φυσικήμονάδα μέτρησης της πίεσης που ασκούν ατμοί ή αέρια Βικιλεξικό
    • πίεση 2 ατμοσφαιρών

Ετυμολογία

ατμόσφαιρα < ατμό- + σφαίρα, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atmosphère < αρχαία ελληνική ἀτμός + σφαῖρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατμόσφαιραατμόσφαιρες
Γενικήατμόσφαιραςατμοσφαιρών
Αιτιατικήατμόσφαιραατμόσφαιρες
Κλητικήατμόσφαιραατμόσφαιρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ατμοσφαίρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοη ατμόσφαιρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατμοσφαίρα < ατμός + σφαίρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →