φαινόμενο
•
- κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές του εκδηλώσεις Βικιλεξικό
- έκτακτα καιρικά φαινόμενα προανήγγειλε η μετεωρολογική υπηρεσία.
- η έξαρση της εγκληματικότητας είναι ένα φαινόμενο που απασχολεί τις αρχές.
- Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
- κάτι το ασυνήθιστο, το εξαιρετικό Βικιλεξικό
- Αυτό το παιδί είναι φαινόμενο. Σε ηλικία μόλις έξι ετών μιλάει τόσο καλά δύο ξένες γλώσσες.
Ετυμολογία
φαινόμενο < από το ουδέτερο της μετοχής φαινόμενος του ρήματος φαίνομαι : (γεγονός, συμβάν) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική phénomène
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαινόμενο | φαινόμενα |
| Γενική | φαινομένου / φαινόμενου | φαινομένων |
| Αιτιατική | φαινόμενο | φαινόμενα |
| Κλητική | φαινόμενο | φαινόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →