Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατροφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την ατροφία, αναφέρεται σ' αυτή ή πάσχει απ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατροφικός < ατροφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατροφικόςατροφικήατροφικό
Γενικήατροφικούατροφικήςατροφικού
Αιτιατικήατροφικόατροφικήατροφικό
Κλητικήατροφικέατροφικήατροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατροφικοίατροφικέςατροφικά
Γενικήατροφικώνατροφικώνατροφικών
Αιτιατικήατροφικούςατροφικέςατροφικά
Κλητικήατροφικοίατροφικέςατροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →