αυλακώνω
•
- σκάβω αυλάκια, προκειμένου να φυτέψω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αυλακιάζω, αυλακίζω
- ειδικότερασχηματίζω σημάδια ή ρυτίδες Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ νοητά αυλάκια, χαράσσω, χαρακώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλακώνω < αυλάκι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυλακώνω | αυλακώνεις | αυλακώνει | αυλακώνουμε | αυλακώνετε | αυλακώνουν / αυλακώνουνε |
| Παρατατικός | αυλάκωνα | αυλάκωνες | αυλάκωνε | αυλακώναμε | αυλακώνατε | αυλάκωναν / αυλακώναν / αυλακώνανε |
| Αόριστος | αυλάκωσα | αυλάκωσες | αυλάκωσε | αυλακώσαμε | αυλακώσατε | αυλάκωσαν / αυλακώσαν / αυλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα αυλακώνω / θα αυλακώσω | θα αυλακώνεις / θα αυλακώσεις | θα αυλακώνει / θα αυλακώσει | θα αυλακώνουμε / θα αυλακώσουμε | θα αυλακώνετε / θα αυλακώσετε | θα αυλακώνουν / θα αυλακώνουνε / θα αυλακώσουν / θα αυλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αυλακώσει | έχεις αυλακώσει | έχει αυλακώσει | έχουμε αυλακώσει | έχετε αυλακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυλακώσει | είχες αυλακώσει | είχε αυλακώσει | είχαμε αυλακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυλακώσει / να αυλακώνω / να αυλακώσω | να έχεις αυλακώσει / να αυλακώνεις / να αυλακώσεις | να έχει αυλακώσει / να αυλακώνει / να αυλακώσει | να έχουμε αυλακώσει / να αυλακώνουμε / να αυλακώσουμε | να έχετε αυλακώσει / να αυλακώνετε / να αυλακώσετε | να αυλακώνουν / να αυλακώνουνε / να αυλακώσουν / να αυλακώσουνε |
| Προστακτική | — | αυλάκωνε / αυλάκωσε | — | — | αυλακώνετε / αυλακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →