Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυξομειωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αυξομείωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυξομειωτικός < αυξομειώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυξομειωτικόςαυξομειωτικήαυξομειωτικό
Γενικήαυξομειωτικούαυξομειωτικήςαυξομειωτικού
Αιτιατικήαυξομειωτικόαυξομειωτικήαυξομειωτικό
Κλητικήαυξομειωτικέαυξομειωτικήαυξομειωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυξομειωτικοίαυξομειωτικέςαυξομειωτικά
Γενικήαυξομειωτικώναυξομειωτικώναυξομειωτικών
Αιτιατικήαυξομειωτικούςαυξομειωτικέςαυξομειωτικά
Κλητικήαυξομειωτικοίαυξομειωτικέςαυξομειωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →