αυξομειωτικός
•
- που έχει σχέση με την αυξομείωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυξομειωτικός < αυξομειώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυξομειωτικός | αυξομειωτική | αυξομειωτικό |
| Γενική | αυξομειωτικού | αυξομειωτικής | αυξομειωτικού |
| Αιτιατική | αυξομειωτικό | αυξομειωτική | αυξομειωτικό |
| Κλητική | αυξομειωτικέ | αυξομειωτική | αυξομειωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυξομειωτικοί | αυξομειωτικές | αυξομειωτικά |
| Γενική | αυξομειωτικών | αυξομειωτικών | αυξομειωτικών |
| Αιτιατική | αυξομειωτικούς | αυξομειωτικές | αυξομειωτικά |
| Κλητική | αυξομειωτικοί | αυξομειωτικές | αυξομειωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →