αυξομειώνω
•
- αυξάνω και μειώνω επαναλαμβάνοντας διαδοχικά την όλη διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυξομειώνω < (ελληνιστική κοινή) / αὐξομειῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυξομειώνω | αυξομειώνεις | αυξομειώνει | αυξομειώνουμε | αυξομειώνετε | αυξομειώνουν / αυξομειώνουνε |
| Παρατατικός | αυξομείωνα | αυξομείωνες | αυξομείωνε | αυξομειώναμε | αυξομειώνατε | αυξομείωναν / αυξομειώναν / αυξομειώνανε |
| Αόριστος | αυξομείωσα | αυξομείωσες | αυξομείωσε | αυξομειώσαμε | αυξομειώσατε | αυξομείωσαν / αυξομειώσαν / αυξομειώσανε |
| Μέλλοντας | θα αυξομειώνω / θα αυξομειώσω | θα αυξομειώνεις / θα αυξομειώσεις | θα αυξομειώνει / θα αυξομειώσει | θα αυξομειώνουμε / θα αυξομειώσουμε | θα αυξομειώνετε / θα αυξομειώσετε | θα αυξομειώνουν / θα αυξομειώνουνε / θα αυξομειώσουν / θα αυξομειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αυξομειώσει | έχεις αυξομειώσει | έχει αυξομειώσει | έχουμε αυξομειώσει | έχετε αυξομειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυξομειώσει | είχες αυξομειώσει | είχε αυξομειώσει | είχαμε αυξομειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυξομειώσει / να αυξομειώνω / να αυξομειώσω | να έχεις αυξομειώσει / να αυξομειώνεις / να αυξομειώσεις | να έχει αυξομειώσει / να αυξομειώνει / να αυξομειώσει | να έχουμε αυξομειώσει / να αυξομειώνουμε / να αυξομειώσουμε | να έχετε αυξομειώσει / να αυξομειώνετε / να αυξομειώσετε | να αυξομειώνουν / να αυξομειώνουνε / να αυξομειώσουν / να αυξομειώσουνε |
| Προστακτική | — | αυξομείωνε / αυξομείωσε | — | — | αυξομειώνετε / αυξομειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →