αυστηρός
•
- που εξαναγκάζει άλλους να τηρούν τους νόμους χωρίς παρέκκλιση Βικιλεξικό
- για ποινήβαρύς Βικιλεξικό
- στην τέχνηλιτός Βικιλεξικό
- λογικήο τυπικός, ακριβής και χωρίς παρερμηνείες στη διατύπωσή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυστηρός < αρχαία ελληνική αὐστηρός (σκληρός, ηθικά απαιτητικός) < αὕω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυστηρός | αυστηρή | αυστηρό |
| Γενική | αυστηρού | αυστηρής | αυστηρού |
| Αιτιατική | αυστηρό | αυστηρή | αυστηρό |
| Κλητική | αυστηρέ | αυστηρή | αυστηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυστηροί | αυστηρές | αυστηρά |
| Γενική | αυστηρών | αυστηρών | αυστηρών |
| Αιτιατική | αυστηρούς | αυστηρές | αυστηρά |
| Κλητική | αυστηροί | αυστηρές | αυστηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →