Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυταγάπη

/a.ftaˈɣa.pi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αγάπη για τον εαυτό μας, ο σεβασμός και η εκτίμηση προς τον εαυτό μας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυταγάπη (νεολογισμός) < αυτ- + αγάπη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-love)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυταγάπηαυταγάπες
Γενικήαυταγάπης—
Αιτιατικήαυταγάπηαυταγάπες
Κλητικήαυταγάπηαυταγάπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →