αυτοΐαση
•
- η δυνατότητα που έχει κάποιος ή κάτι να γιατρέψει τον εαυτό του Βικιλεξικό
- Οι επιστήμονες της εταιρείας, ανακάλυψαν μία νέα κλάση πολυμερούς σταθερής θερμοκρασίας που είναι πιο δυνατό κι απ’ το ανθρώπινο κόκκαλο, πλήρως ανακυκλώσιμο και με δυνατότητες αυτοΐασης! (*)
Ετυμολογία
αυτοΐαση < αυτο- + ίαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοΐαση | αυτοϊάσεις |
| Γενική | αυτοΐασης | αυτοϊάσεων |
| Αιτιατική | αυτοΐαση | αυτοϊάσεις |
| Κλητική | αυτοΐαση | αυτοϊάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →