αυτοδιαλύομαι
•
- διαλύομαι από μόνος μου, χωρίς να χρειαστεί εξωτερική επέμβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιαλύομαι < αυτο- + διαλύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοδιαλύομαι | αυτοδιαλύεσαι | αυτοδιαλύεται | αυτοδιαλυόμαστε | αυτοδιαλύεστε | αυτοδιαλύονται |
| Παρατατικός | αυτοδιαλυόμουν / αυτοδιαλυόμουνα | αυτοδιαλυόσουν / αυτοδιαλυόσουνα | αυτοδιαλυόταν / αυτοδιαλυότανε | αυτοδιαλυόμασταν / αυτοδιαλυόμαστε | αυτοδιαλυόσασταν / αυτοδιαλυόσαστε | αυτοδιαλυόντουσαν / αυτοδιαλύονταν |
| Αόριστος | αυτοδιαλύθηκα | αυτοδιαλύθηκες | αυτοδιαλύθηκε | αυτοδιαλυθήκαμε | αυτοδιαλυθήκατε | αυτοδιαλυθήκαν / αυτοδιαλυθήκανε / αυτοδιαλύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοδιαλυθώ / θα αυτοδιαλύομαι | θα αυτοδιαλυθείς / θα αυτοδιαλύεσαι | θα αυτοδιαλυθεί / θα αυτοδιαλύεται | θα αυτοδιαλυθούμε / θα αυτοδιαλυόμαστε | θα αυτοδιαλυθείτε / θα αυτοδιαλύεστε | θα αυτοδιαλυθούν / θα αυτοδιαλυθούνε / θα αυτοδιαλύονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοδιαλυθεί | έχεις αυτοδιαλυθεί | έχει αυτοδιαλυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοδιαλυθεί | είχες αυτοδιαλυθεί | είχε αυτοδιαλυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοδιαλυθεί / να αυτοδιαλυθώ / να αυτοδιαλύομαι | να έχεις αυτοδιαλυθεί / να αυτοδιαλυθείς / να αυτοδιαλύεσαι | να έχει αυτοδιαλυθεί / να αυτοδιαλυθεί / να αυτοδιαλύεται | να αυτοδιαλυθούμε / να αυτοδιαλυόμαστε | να αυτοδιαλυθείτε / να αυτοδιαλύεστε | να αυτοδιαλυθούν / να αυτοδιαλυθούνε / να αυτοδιαλύονται |
| Προστακτική | — | αυτοδιαλύου / αυτοδιαλύσου | — | — | αυτοδιαλυθείτε / αυτοδιαλύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →