Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοδικώ

ρήμα
•
  1. νομικός όροςανταποδίδω κάποιο αδίκημα τιμωρώντας εγώ ο ίδιος τον δράστη και μην περιμένοντας ή εμπιστευόμενος τη θεσμική δικαιοσύνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοδικώ < (ελληνιστική κοινή) / αὐτοδικῶ < αρχαία ελληνική αὐτόδικος < αὐτός + δίκη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοδικώαυτοδικείςαυτοδικείαυτοδικούμεαυτοδικείτεαυτοδικούν / αυτοδικούνε
Παρατατικόςαυτοδικούσααυτοδικούσεςαυτοδικούσεαυτοδικούσαμεαυτοδικούσατεαυτοδικούσαν / αυτοδικούσανε
Αόριστοςαυτοδίκησααυτοδίκησεςαυτοδίκησεαυτοδικήσαμεαυτοδικήσατεαυτοδίκησαν / αυτοδικήσαν / αυτοδικήσανε
Μέλλονταςθα αυτοδικήσω / θα αυτοδικώθα αυτοδικήσεις / θα αυτοδικείςθα αυτοδικήσει / θα αυτοδικείθα αυτοδικήσουμε / θα αυτοδικούμεθα αυτοδικήσετε / θα αυτοδικείτεθα αυτοδικήσουν / θα αυτοδικήσουνε / θα αυτοδικούν / θα αυτοδικούνε
Παρακείμενοςέχω αυτοδικήσειέχεις αυτοδικήσειέχει αυτοδικήσειέχουμε αυτοδικήσειέχετε αυτοδικήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοδικήσειείχες αυτοδικήσειείχε αυτοδικήσειείχαμε αυτοδικήσει——
Υποτακτικήνα έχω αυτοδικήσει / να αυτοδικήσω / να αυτοδικώνα έχεις αυτοδικήσει / να αυτοδικήσεις / να αυτοδικείςνα έχει αυτοδικήσει / να αυτοδικήσει / να αυτοδικείνα έχουμε αυτοδικήσει / να αυτοδικήσουμε / να αυτοδικούμενα έχετε αυτοδικήσει / να αυτοδικήσετε / να αυτοδικείτενα αυτοδικήσουν / να αυτοδικήσουνε / να αυτοδικούν / να αυτοδικούνε
Προστακτική—αυτοδίκει / αυτοδίκησε——αυτοδικήστε / αυτοδικείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →