αυτοδικώ
•
- νομικός όροςανταποδίδω κάποιο αδίκημα τιμωρώντας εγώ ο ίδιος τον δράστη και μην περιμένοντας ή εμπιστευόμενος τη θεσμική δικαιοσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδικώ < (ελληνιστική κοινή) / αὐτοδικῶ < αρχαία ελληνική αὐτόδικος < αὐτός + δίκη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοδικώ | αυτοδικείς | αυτοδικεί | αυτοδικούμε | αυτοδικείτε | αυτοδικούν / αυτοδικούνε |
| Παρατατικός | αυτοδικούσα | αυτοδικούσες | αυτοδικούσε | αυτοδικούσαμε | αυτοδικούσατε | αυτοδικούσαν / αυτοδικούσανε |
| Αόριστος | αυτοδίκησα | αυτοδίκησες | αυτοδίκησε | αυτοδικήσαμε | αυτοδικήσατε | αυτοδίκησαν / αυτοδικήσαν / αυτοδικήσανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοδικήσω / θα αυτοδικώ | θα αυτοδικήσεις / θα αυτοδικείς | θα αυτοδικήσει / θα αυτοδικεί | θα αυτοδικήσουμε / θα αυτοδικούμε | θα αυτοδικήσετε / θα αυτοδικείτε | θα αυτοδικήσουν / θα αυτοδικήσουνε / θα αυτοδικούν / θα αυτοδικούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοδικήσει | έχεις αυτοδικήσει | έχει αυτοδικήσει | έχουμε αυτοδικήσει | έχετε αυτοδικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοδικήσει | είχες αυτοδικήσει | είχε αυτοδικήσει | είχαμε αυτοδικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοδικήσει / να αυτοδικήσω / να αυτοδικώ | να έχεις αυτοδικήσει / να αυτοδικήσεις / να αυτοδικείς | να έχει αυτοδικήσει / να αυτοδικήσει / να αυτοδικεί | να έχουμε αυτοδικήσει / να αυτοδικήσουμε / να αυτοδικούμε | να έχετε αυτοδικήσει / να αυτοδικήσετε / να αυτοδικείτε | να αυτοδικήσουν / να αυτοδικήσουνε / να αυτοδικούν / να αυτοδικούνε |
| Προστακτική | — | αυτοδίκει / αυτοδίκησε | — | — | αυτοδικήστε / αυτοδικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →