Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοδικία

/af.to.ðiˈci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη επιδίωξη αποκατάστασης αδίκου παρακάμπτοντας την νόμιμη δικαστική οδό Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςη αξιόποινη πράξη της απ’ ευθείας τιμωρίας του αδικήσαντος από τον αδικημένο χωρίς προηγούμενη προσφυγή στην αρμόδια αρχή Βικιλεξικό
    • Η αυτοδικία, αν και προβάλλεται ιδιαίτερα στην Παλαιά Διαθήκη (Μωσαϊκός νόμος), σήμερα αντιμετωπίζεται ως πράξη κολάσιμη.
    • Οι «του Δράκοντος και Σόλωνος νόμοι», όπως οι Αθηναίοι τους ονόμαζαν, παραχωρούν πλέον στην πόλη την αποκλειστικότητα της ποινικής καταστολής. Η αυτοδικία ήταν σχεδόν στο σύνολο των εγκληματικών συμπεριφορών απαγορευμένη. Μόνο σε μία περίπτωση ο νόμος την επέτρεψε δίνοντας το δικαίωμα σε όποιον συνελάμβανε επ' αυτοφώρω μέσα στον οίκο του πολίτη ως εραστή της συζύγου του, της παλλακίδας του, της μητέρας του, της θυγατέρας του ή της αδερφής του να τον φονεύει. […] Το Δελφίνιο εκδίκαζε, υποθέσεις των λεγόμενων δίκαιων φόνων. Επρόκειτο για περιπτώσεις επιτρεπτής αυτοδικίας, όπου η νομοθεσία της αρχαίας Αθήνας, όριζε ότι υπήρχε άρση του αξιόποινου χαρακτήρα της πράξης. Έτσι δίκαιος ήταν ο φόνος του επ' αυτοφώρω συλλαμβανόμενου μοιχού, από τον σύζυγο, τον πατέρα, τον αδερφό της ερωμένης ή τον κύριο της παλλακίδας.

Ετυμολογία

αυτοδικία μαρτυρείται από το 1833 στην καθαρεύουσα (αὐτοδικία)< ελληνιστική κοινή αὐτοδικέω/αὐτοδικῶ (< αρχαία ελληνική αὐτόδικος) + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοδικίααυτοδικίες
Γενικήαυτοδικίαςαυτοδικιών
Αιτιατικήαυτοδικίααυτοδικίες
Κλητικήαυτοδικίααυτοδικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →