αυτοκίνητο
•
- μέσο μεταφορώνμηχανοκίνητο όχημα που φέρει κινητήρα και δεξαμενή με καύσιμα, που του δίνουν τη δυνατότητα να είναι αυτόνομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκίνητο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐτοκίνητον (εννοείται ὄχημα), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αὐτοκίνητος (που κινείται μόνος του), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική automobile
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκίνητο | αυτοκίνητα |
| Γενική | αυτοκίνητου / αυτοκινήτου | αυτοκινήτων |
| Αιτιατική | αυτοκίνητο | αυτοκίνητα |
| Κλητική | αυτοκίνητο | αυτοκίνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →