Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκινητιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυτοκινητιστή ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με το αυτοκίνητο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αυτοκινητικός
  3. που έχει σχέση με την αυτοκίνηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκινητιστικός < αυτοκινητιστής + -ικός # αυτοκινητιστικός < αυτοκίνητο + -ιστικός # αυτοκινητιστικός < αυτοκίνηση + -ιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοκινητιστικόςαυτοκινητιστικήαυτοκινητιστικό
Γενικήαυτοκινητιστικούαυτοκινητιστικήςαυτοκινητιστικού
Αιτιατικήαυτοκινητιστικόαυτοκινητιστικήαυτοκινητιστικό
Κλητικήαυτοκινητιστικέαυτοκινητιστικήαυτοκινητιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοκινητιστικοίαυτοκινητιστικέςαυτοκινητιστικά
Γενικήαυτοκινητιστικώναυτοκινητιστικώναυτοκινητιστικών
Αιτιατικήαυτοκινητιστικούςαυτοκινητιστικέςαυτοκινητιστικά
Κλητικήαυτοκινητιστικοίαυτοκινητιστικέςαυτοκινητιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →