αυτοκινητιστικός
•
- που έχει σχέση με τον αυτοκινητιστή ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με το αυτοκίνητο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αυτοκινητικός
- που έχει σχέση με την αυτοκίνηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκινητιστικός < αυτοκινητιστής + -ικός # αυτοκινητιστικός < αυτοκίνητο + -ιστικός # αυτοκινητιστικός < αυτοκίνηση + -ιστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκινητιστικός | αυτοκινητιστική | αυτοκινητιστικό |
| Γενική | αυτοκινητιστικού | αυτοκινητιστικής | αυτοκινητιστικού |
| Αιτιατική | αυτοκινητιστικό | αυτοκινητιστική | αυτοκινητιστικό |
| Κλητική | αυτοκινητιστικέ | αυτοκινητιστική | αυτοκινητιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκινητιστικοί | αυτοκινητιστικές | αυτοκινητιστικά |
| Γενική | αυτοκινητιστικών | αυτοκινητιστικών | αυτοκινητιστικών |
| Αιτιατική | αυτοκινητιστικούς | αυτοκινητιστικές | αυτοκινητιστικά |
| Κλητική | αυτοκινητιστικοί | αυτοκινητιστικές | αυτοκινητιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →