Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκαταναλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αυτοκατανάλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκαταναλωτικός < αυτοκατανάλωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοκαταναλωτικόςαυτοκαταναλωτικήαυτοκαταναλωτικό
Γενικήαυτοκαταναλωτικούαυτοκαταναλωτικήςαυτοκαταναλωτικού
Αιτιατικήαυτοκαταναλωτικόαυτοκαταναλωτικήαυτοκαταναλωτικό
Κλητικήαυτοκαταναλωτικέαυτοκαταναλωτικήαυτοκαταναλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοκαταναλωτικοίαυτοκαταναλωτικέςαυτοκαταναλωτικά
Γενικήαυτοκαταναλωτικώναυτοκαταναλωτικώναυτοκαταναλωτικών
Αιτιατικήαυτοκαταναλωτικούςαυτοκαταναλωτικέςαυτοκαταναλωτικά
Κλητικήαυτοκαταναλωτικοίαυτοκαταναλωτικέςαυτοκαταναλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →