αυτοκαταργώ
•
- σπάνιοκαταργώ ο ίδιος, καταργώ από μόνος μου Βικιλεξικό
- «Τα κυβερνητικά όργανα, αφενός παραβιάζουν ανοιχτά το Σύνταγμα και αφετέρου προσπάθησαν να το αυτοκαταργήσουν με την πρόσφατη αναθεώρηση. Έχει αρχίσει και ήδη εξελίσσεται μια διαδικασία υποχώρησης και αυτοαναστολής του Συντάγματος». Τη βαρυσήμαντη αυτή καταγγελία κάνει ο Ηλίας Νικολόπουλος, καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
- : καταργώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκαταργώ < (καθαρεύουσα) αὐτοκαταργῶ, αυτο- + καταργώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοκαταργώ | αυτοκαταργείς | αυτοκαταργεί | αυτοκαταργούμε | αυτοκαταργείτε | αυτοκαταργούν / αυτοκαταργούνε |
| Παρατατικός | αυτοκαταργούσα | αυτοκαταργούσες | αυτοκαταργούσε | αυτοκαταργούσαμε | αυτοκαταργούσατε | αυτοκαταργούσαν / αυτοκαταργούσανε |
| Αόριστος | αυτοκατάργησα | αυτοκατάργησες | αυτοκατάργησε | αυτοκαταργήσαμε | αυτοκαταργήσατε | αυτοκατάργησαν / αυτοκαταργήσαν / αυτοκαταργήσανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοκαταργήσω / θα αυτοκαταργώ | θα αυτοκαταργήσεις / θα αυτοκαταργείς | θα αυτοκαταργήσει / θα αυτοκαταργεί | θα αυτοκαταργήσουμε / θα αυτοκαταργούμε | θα αυτοκαταργήσετε / θα αυτοκαταργείτε | θα αυτοκαταργήσουν / θα αυτοκαταργήσουνε / θα αυτοκαταργούν / θα αυτοκαταργούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοκαταργήσει | έχεις αυτοκαταργήσει | έχει αυτοκαταργήσει | έχουμε αυτοκαταργήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοκαταργήσει | είχες αυτοκαταργήσει | είχε αυτοκαταργήσει | είχαμε αυτοκαταργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοκαταργήσει / να αυτοκαταργήσω / να αυτοκαταργώ | να έχεις αυτοκαταργήσει / να αυτοκαταργήσεις / να αυτοκαταργείς | να έχει αυτοκαταργήσει / να αυτοκαταργήσει / να αυτοκαταργεί | να έχουμε αυτοκαταργήσει / να αυτοκαταργήσουμε / να αυτοκαταργούμε | να αυτοκαταργήσετε / να αυτοκαταργείτε | να αυτοκαταργήσουν / να αυτοκαταργήσουνε / να αυτοκαταργούν / να αυτοκαταργούνε |
| Προστακτική | — | αυτοκατάργησε | — | — | αυτοκαταργήστε / αυτοκαταργείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αυτοκαταργήθηκααυτοκαταργούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →