καταργώ
•
- αίρω την ισχύ ή διακόπτω κάποια πράγματα, καταστάσεις, δραστηριότητες κ.λπ. Βικιλεξικό
- καταλύω Βικιλεξικό
- Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- ακυρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταργώ < αρχαία ελληνική καταργέω / καταργῶ < ἀργέω / ἀργῶ < ἀργός < ἀεργός < ἀ- + ἔργον < πρωτοελληνική *wérgon < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wérǵom < *werǵ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταργώ | καταργείς | καταργεί | καταργούμε | καταργείτε | καταργούν / καταργούνε |
| Παρατατικός | καταργούσα | καταργούσες | καταργούσε | καταργούσαμε | καταργούσατε | καταργούσαν / καταργούσανε |
| Αόριστος | κατάργησα | κατάργησες | κατάργησε | καταργήσαμε | καταργήσατε | κατάργησαν / καταργήσαν / καταργήσανε |
| Μέλλοντας | θα καταργήσω / θα καταργώ | θα καταργήσεις / θα καταργείς | θα καταργήσει / θα καταργεί | θα καταργήσουμε / θα καταργούμε | θα καταργήσετε / θα καταργείτε | θα καταργήσουν / θα καταργήσουνε / θα καταργούν / θα καταργούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταργήσει | έχεις καταργήσει | έχει καταργήσει | έχουμε καταργήσει | έχετε καταργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταργήσει | είχες καταργήσει | είχε καταργήσει | είχαμε καταργήσει | είχατε καταργήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω καταργήσει / να καταργήσω / να καταργώ | να έχεις καταργήσει / να καταργήσεις / να καταργείς | να έχει καταργήσει / να καταργήσει / να καταργεί | να έχουμε καταργήσει / να καταργήσουμε / να καταργούμε | να έχετε καταργήσει / να καταργήσετε / να καταργείτε | να καταργήσουν / να καταργήσουνε / να καταργούν / να καταργούνε |
| Προστακτική | — | κατάργησε | — | — | καταργήστε / καταργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →