Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταργώ

/ka.taɾˈɣo/ρήμα
•
  1. αίρω την ισχύ ή διακόπτω κάποια πράγματα, καταστάσεις, δραστηριότητες κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. καταλύω Βικιλεξικό
    • Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  3. ακυρώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταργώ < αρχαία ελληνική καταργέω / καταργῶ < ἀργέω / ἀργῶ < ἀργός < ἀεργός < ἀ- + ἔργον < πρωτοελληνική *wérgon < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wérǵom < *werǵ-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταργώκαταργείςκαταργείκαταργούμεκαταργείτεκαταργούν / καταργούνε
Παρατατικόςκαταργούσακαταργούσεςκαταργούσεκαταργούσαμεκαταργούσατεκαταργούσαν / καταργούσανε
Αόριστοςκατάργησακατάργησεςκατάργησεκαταργήσαμεκαταργήσατεκατάργησαν / καταργήσαν / καταργήσανε
Μέλλονταςθα καταργήσω / θα καταργώθα καταργήσεις / θα καταργείςθα καταργήσει / θα καταργείθα καταργήσουμε / θα καταργούμεθα καταργήσετε / θα καταργείτεθα καταργήσουν / θα καταργήσουνε / θα καταργούν / θα καταργούνε
Παρακείμενοςέχω καταργήσειέχεις καταργήσειέχει καταργήσειέχουμε καταργήσειέχετε καταργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταργήσειείχες καταργήσειείχε καταργήσειείχαμε καταργήσειείχατε καταργήσει—
Υποτακτικήνα έχω καταργήσει / να καταργήσω / να καταργώνα έχεις καταργήσει / να καταργήσεις / να καταργείςνα έχει καταργήσει / να καταργήσει / να καταργείνα έχουμε καταργήσει / να καταργήσουμε / να καταργούμενα έχετε καταργήσει / να καταργήσετε / να καταργείτενα καταργήσουν / να καταργήσουνε / να καταργούν / να καταργούνε
Προστακτική—κατάργησε——καταργήστε / καταργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →