αυτοκυβέρνηση
•
- η ανεξάρτητη και αυτόνομη διακυβέρνηση και διοίκηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκυβέρνηση < αυτο- + κυβέρνηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-government. Δείτε και αυτοδιαχείριση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκυβέρνηση | αυτοκυβερνήσεις |
| Γενική | αυτοκυβέρνησης | αυτοκυβερνήσεων |
| Αιτιατική | αυτοκυβέρνηση | αυτοκυβερνήσεις |
| Κλητική | αυτοκυβέρνηση | αυτοκυβερνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →