αυτοδιοίκηση
•
- διοίκηση χωρίς εξάρτηση Βικιλεξικό
- θεσμός που οργανώνει την διοίκηση μιας περιοχής από τους εκπροσώπους των τοπικών κοινωνιών ή ενός τμήματος ειδικού δημόσιου οργανισμού χωρίς ουσιαστική ανάμειξη του κράτους Βικιλεξικό
- η τοπική αυτοδιοίκηση
- η αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων
Ετυμολογία
αυτοδιοίκηση < καθαρεύουσα αὐτοδιοίκησις < αυτο- + διοίκηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοδιοίκηση | αυτοδιοικήσεις |
| Γενική | αυτοδιοίκησης | αυτοδιοικήσεων |
| Αιτιατική | αυτοδιοίκηση | αυτοδιοικήσεις |
| Κλητική | αυτοδιοίκηση | αυτοδιοικήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →