Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκυβερνώμαι

ρήμα
•
  1. σπάνιοαυτοδιοικούμαι, έχω αυτοκυβέρνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκυβερνώμαι < αυτο- + κυβερνώμαι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοκυβερνώμαι——αυτοκυβερνώμεθααυτοκυβερνάσθεαυτοκυβερνώνται
Παρατατικός—————αυτοκυβερνόνταν / αυτοκυβερνόντουσαν
Αόριστος—————αυτοκυβερνηθήκαν / αυτοκυβερνηθήκανε
Μέλλονταςθα αυτοκυβερνηθώ / θα αυτοκυβερνώμαιθα αυτοκυβερνηθείςθα αυτοκυβερνηθείθα αυτοκυβερνηθούμε / θα αυτοκυβερνώμεθαθα αυτοκυβερνάσθε / θα αυτοκυβερνηθείτεθα αυτοκυβερνηθούν / θα αυτοκυβερνηθούνε / θα αυτοκυβερνώνται
Παρακείμενοςέχω αυτοκυβερνηθείέχεις αυτοκυβερνηθείέχει αυτοκυβερνηθείέχουμε αυτοκυβερνηθείέχετε αυτοκυβερνηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοκυβερνηθείείχες αυτοκυβερνηθείείχε αυτοκυβερνηθείείχαμε αυτοκυβερνηθεί——
Υποτακτικήνα έχω αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθώ / να αυτοκυβερνώμαινα έχεις αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθείςνα έχει αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθείνα έχουμε αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθούμε / να αυτοκυβερνώμεθανα έχετε αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνάσθε / να αυτοκυβερνηθείτενα αυτοκυβερνηθούν / να αυτοκυβερνηθούνε / να αυτοκυβερνώνται
Προστακτική—αυτοκυβερνήσου——αυτοκυβερνάσθε / αυτοκυβερνηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—αυτοκυβερνάσαιαυτοκυβερνάταιαυτοκυβερνόμαστεαυτοκυβερνάστε—
Παρατατικόςαυτοκυβερνόμουναυτοκυβερνόσουναυτοκυβερνόταναυτοκυβερνόμασταναυτοκυβερνόσασταν—
Αόριστοςαυτοκυβερνήθηκααυτοκυβερνήθηκεςαυτοκυβερνήθηκεαυτοκυβερνηθήκαμεαυτοκυβερνηθήκατεαυτοκυβερνήθηκαν
Μέλλοντας—θα αυτοκυβερνάσαιθα αυτοκυβερνάταιθα αυτοκυβερνόμαστεθα αυτοκυβερνάστε—
Υποτακτική—να αυτοκυβερνάσαινα αυτοκυβερνάταινα αυτοκυβερνόμαστενα αυτοκυβερνάστε—
Προστακτική————αυτοκυβερνάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →