αυτοκυβερνιέμαι
•
- σπάνιοαυτοδιοικούμαι, έχω αυτοκυβέρνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκυβερνιέμαι < αυτο- + κυβερνιέμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοκυβερνιέμαι | αυτοκυβερνιέσαι | αυτοκυβερνιέται | αυτοκυβερνιόμαστε | αυτοκυβερνιέστε | αυτοκυβερνιούνται |
| Παρατατικός | αυτοκυβερνιόμουν / αυτοκυβερνιόμουνα | αυτοκυβερνιόσουν / αυτοκυβερνιόσουνα | αυτοκυβερνιόταν / αυτοκυβερνιότανε | αυτοκυβερνιόμασταν / αυτοκυβερνιόμαστε | αυτοκυβερνιόσασταν / αυτοκυβερνιόσαστε | αυτοκυβερνιούνταν / αυτοκυβερνιόνταν / αυτοκυβερνιόντανε / αυτοκυβερνιόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοκυβερνήθηκα | αυτοκυβερνήθηκες | αυτοκυβερνήθηκε | αυτοκυβερνηθήκαμε | αυτοκυβερνηθήκατε | αυτοκυβερνήθηκαν / αυτοκυβερνηθήκαν / αυτοκυβερνηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοκυβερνηθώ / θα αυτοκυβερνιέμαι | θα αυτοκυβερνηθείς / θα αυτοκυβερνιέσαι | θα αυτοκυβερνηθεί / θα αυτοκυβερνιέται | θα αυτοκυβερνηθούμε / θα αυτοκυβερνιόμαστε | θα αυτοκυβερνηθείτε / θα αυτοκυβερνιέστε | θα αυτοκυβερνηθούν / θα αυτοκυβερνηθούνε / θα αυτοκυβερνιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοκυβερνηθεί | έχεις αυτοκυβερνηθεί | έχει αυτοκυβερνηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοκυβερνηθεί | είχες αυτοκυβερνηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθώ / να αυτοκυβερνιέμαι | να έχεις αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθείς / να αυτοκυβερνιέσαι | να έχει αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνηθεί / να αυτοκυβερνιέται | να αυτοκυβερνηθούμε / να αυτοκυβερνιόμαστε | να αυτοκυβερνηθείτε / να αυτοκυβερνιέστε | να αυτοκυβερνηθούν / να αυτοκυβερνηθούνε / να αυτοκυβερνιούνται |
| Προστακτική | — | αυτοκυβερνήσου | — | — | αυτοκυβερνηθείτε / αυτοκυβερνιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →