αυτονομάζομαι
•
- ονομάζω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτονομάζομαι < αυτο- + ονομάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτονομάζομαι | αυτονομάζεσαι | αυτονομάζεται | αυτονομαζόμαστε | αυτονομάζεστε | αυτονομάζονται |
| Παρατατικός | αυτονομαζόμουν / αυτονομαζόμουνα | αυτονομαζόσουν / αυτονομαζόσουνα | αυτονομαζόταν / αυτονομαζότανε | αυτονομαζόμασταν / αυτονομαζόμαστε | αυτονομαζόσασταν / αυτονομαζόσαστε | αυτονομάζονταν / αυτονομαζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτονομάστηκα | αυτονομάστηκες | αυτονομάστηκε | αυτονομαστήκαμε | αυτονομαστήκατε | αυτονομάστηκαν / αυτονομαστήκαν / αυτονομαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτονομάζομαι / θα αυτονομαστώ | θα αυτονομάζεσαι / θα αυτονομαστείς | θα αυτονομάζεται / θα αυτονομαστεί | θα αυτονομαζόμαστε / θα αυτονομαστούμε | θα αυτονομάζεστε / θα αυτονομαστείτε | θα αυτονομάζονται / θα αυτονομαστούν / θα αυτονομαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτονομαστεί | έχεις αυτονομαστεί | έχει αυτονομαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτονομαστεί | είχες αυτονομαστεί | είχε αυτονομαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτονομαστεί / να αυτονομάζομαι / να αυτονομαστώ | να έχεις αυτονομαστεί / να αυτονομάζεσαι / να αυτονομαστείς | να έχει αυτονομαστεί / να αυτονομάζεται / να αυτονομαστεί | να αυτονομαζόμαστε / να αυτονομαστούμε | να αυτονομάζεστε / να αυτονομαστείτε | να αυτονομάζονται / να αυτονομαστούν / να αυτονομαστούνε |
| Προστακτική | — | αυτονομάζου / αυτονομάσου | — | — | αυτονομάζεστε / αυτονομαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →