εαυτός
•
- στην ονομαστικήεγώ, εσύ ... Βικιλεξικό
- Δεν είμαι ο πραγματικός μου εαυτός.
- Αχ καημένε μου εαυτέ! (λογοτεχνικό, στην κλιτική)
- Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 https://www.lecturesbureau.gr/1/%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1/)
- αυτοπαθής αντωνυμίαόταν το υποκείμενο της πρότασης και αυτό που δηλώνει η αντωνυμία είναι το ίδιο πρόσωπο ή πράγμα Βικιλεξικό
- Κοιτάει μόνο τον εαυτό του.
- Έσο κύριος του εαυτού σου.
- αρχαιοπρεπέςσε λόγια σύνταξη χωρίς άρθρο μετά από πρόθεση ή επίρρημα, συνήθως πλέον σε παγιωμένες εκφράσεις Βικιλεξικό
- Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!
Ετυμολογία
εαυτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὁ ἑαυτός μου < αρχαία ελληνική ἑαυτοῦ, ἑαυτόν.
Άλλοι τύποι
εαυτέεαυτοίεαυτούεαυτούςεαυτόεαυτόςεαυτών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →