αυτορευστοποιούμενος
•
- νεολογισμόςαυτό που από την ίδια την λειτουργία του παρέχει το ποσό για την αποπληρωμή του κεφαλαίου που απαιτήθηκε (συνήθως μέσω δανεισμού) για την απόκτησή του Βικιλεξικό
- νεολογισμόςπου σχετίζεται με συναλλαγές όπου διαφορά αγαθά μετατρέπονται σε ρευστό (χρήμα) σε ένα (σχετικά) σύντομο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτορευστοποιούμενος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self-liquidating. Μορφολογία αναλύεται σε αυτο- + ρευστοποιούμενος. • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
αυτορευστοποιούμενααυτορευστοποιούμενεαυτορευστοποιούμενεςαυτορευστοποιούμενηαυτορευστοποιούμενηςαυτορευστοποιούμενοαυτορευστοποιούμενοιαυτορευστοποιούμενοςαυτορευστοποιούμενουαυτορευστοποιούμενουςαυτορευστοποιούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →