ρευστοποιώ
•
- κυριολεκτικάκάνω κάτι να αποκτήσει ρευστή μορφή, από στερεή που είχε πριν Βικιλεξικό
- μεταφορικάμετατρέπω ένα περιουσιακό στοιχείο σε ρευστό χρήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρευστοποιώ < ρευστ(ός) + -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική liquider)
Άλλοι τύποι
ρευστοποίησαρευστοποιήθηκαρευστοποιημένοςρευστοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →