Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοχειριαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με τον αυτοχειριασμό ή τον αυτόχειρα ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοχειριαστικός < αυτοχειριάζομαι + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοχειριαστικόςαυτοχειριαστικήαυτοχειριαστικό
Γενικήαυτοχειριαστικούαυτοχειριαστικήςαυτοχειριαστικού
Αιτιατικήαυτοχειριαστικόαυτοχειριαστικήαυτοχειριαστικό
Κλητικήαυτοχειριαστικέαυτοχειριαστικήαυτοχειριαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοχειριαστικοίαυτοχειριαστικέςαυτοχειριαστικά
Γενικήαυτοχειριαστικώναυτοχειριαστικώναυτοχειριαστικών
Αιτιατικήαυτοχειριαστικούςαυτοχειριαστικέςαυτοχειριαστικά
Κλητικήαυτοχειριαστικοίαυτοχειριαστικέςαυτοχειριαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →