αυτοχειριαστικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με τον αυτοχειριασμό ή τον αυτόχειρα ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοχειριαστικός < αυτοχειριάζομαι + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοχειριαστικός | αυτοχειριαστική | αυτοχειριαστικό |
| Γενική | αυτοχειριαστικού | αυτοχειριαστικής | αυτοχειριαστικού |
| Αιτιατική | αυτοχειριαστικό | αυτοχειριαστική | αυτοχειριαστικό |
| Κλητική | αυτοχειριαστικέ | αυτοχειριαστική | αυτοχειριαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοχειριαστικοί | αυτοχειριαστικές | αυτοχειριαστικά |
| Γενική | αυτοχειριαστικών | αυτοχειριαστικών | αυτοχειριαστικών |
| Αιτιατική | αυτοχειριαστικούς | αυτοχειριαστικές | αυτοχειριαστικά |
| Κλητική | αυτοχειριαστικοί | αυτοχειριαστικές | αυτοχειριαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →