Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτόνομος

/aˈfto.no.mpra/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε καθεστώς αυτονομίας, που καθορίζει μόνος του τους νόμους Βικιλεξικό
    • αυτόνομο κράτος
  2. μεταφορικάανεξάρτητος, που δεν εξαρτάται από κάποιον άλλον για να λειτουργήσει Βικιλεξικό
    • ευτυχώς έχουμε αυτόνομη θέρμανση και μπορούμε να κανονίζουμε, σύμφωνα με τα οικονομικά μας πότε θα την σβηνουμε και ανάβουμε

Ετυμολογία

αυτόνομος < αρχαία ελληνική αὐτόνομος, λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική autonome. Συγχρονικά αναλύεται σε αυτό- + νόμ(ος) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτόνομοςαυτόνομηαυτόνομο
Γενικήαυτόνομουαυτόνομηςαυτόνομου
Αιτιατικήαυτόνομοαυτόνομηαυτόνομο
Κλητικήαυτόνομεαυτόνομηαυτόνομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτόνομοιαυτόνομεςαυτόνομα
Γενικήαυτόνομωναυτόνομωναυτόνομων
Αιτιατικήαυτόνομουςαυτόνομεςαυτόνομα
Κλητικήαυτόνομοιαυτόνομεςαυτόνομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →