Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρχοαυτόνομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αναρχικός που δρα αυτόνομα κι όχι οργανωμένα και ομαδικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρχοαυτόνομος < αναρχικός + -ο- + αυτόνομος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναρχοαυτόνομοςαναρχοαυτόνομηαναρχοαυτόνομο
Γενικήαναρχοαυτόνομουαναρχοαυτόνομηςαναρχοαυτόνομου
Αιτιατικήαναρχοαυτόνομοαναρχοαυτόνομηαναρχοαυτόνομο
Κλητικήαναρχοαυτόνομεαναρχοαυτόνομηαναρχοαυτόνομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναρχοαυτόνομοιαναρχοαυτόνομεςαναρχοαυτόνομα
Γενικήαναρχοαυτόνομωναναρχοαυτόνομωναναρχοαυτόνομων
Αιτιατικήαναρχοαυτόνομουςαναρχοαυτόνομεςαναρχοαυτόνομα
Κλητικήαναρχοαυτόνομοιαναρχοαυτόνομεςαναρχοαυτόνομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →