αναρχοαυτόνομος
•
- αναρχικός που δρα αυτόνομα κι όχι οργανωμένα και ομαδικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρχοαυτόνομος < αναρχικός + -ο- + αυτόνομος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρχοαυτόνομος | αναρχοαυτόνομη | αναρχοαυτόνομο |
| Γενική | αναρχοαυτόνομου | αναρχοαυτόνομης | αναρχοαυτόνομου |
| Αιτιατική | αναρχοαυτόνομο | αναρχοαυτόνομη | αναρχοαυτόνομο |
| Κλητική | αναρχοαυτόνομε | αναρχοαυτόνομη | αναρχοαυτόνομο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρχοαυτόνομοι | αναρχοαυτόνομες | αναρχοαυτόνομα |
| Γενική | αναρχοαυτόνομων | αναρχοαυτόνομων | αναρχοαυτόνομων |
| Αιτιατική | αναρχοαυτόνομους | αναρχοαυτόνομες | αναρχοαυτόνομα |
| Κλητική | αναρχοαυτόνομοι | αναρχοαυτόνομες | αναρχοαυτόνομα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →