αυτόσωμα
•
- βιολογίαβιολογικός όρος που δηλώνει κάθε χρωμόσωμα που δεν σχετίζεται με τον καθορισμό του φύλου, φέροντας γονίδια υπεύθυνα για τις σωματικές και λειτουργικές ιδιότητες του οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτόσωμα < ελληνιστική κοινή αὐτόσωμα < αρχαία ελληνική αὐτός + σῶμα (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική autosome ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική autosome)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτόσωμα | αυτοσώματα |
| Γενική | αυτοσώματος | αυτοσωμάτων |
| Αιτιατική | αυτόσωμα | αυτοσώματα |
| Κλητική | αυτόσωμα | αυτοσώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →