Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοσωμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με το αυτόσωμα ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοσωμικός < αυτόσωμα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική autosomal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοσωμικόςαυτοσωμικήαυτοσωμικό
Γενικήαυτοσωμικούαυτοσωμικήςαυτοσωμικού
Αιτιατικήαυτοσωμικόαυτοσωμικήαυτοσωμικό
Κλητικήαυτοσωμικέαυτοσωμικήαυτοσωμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοσωμικοίαυτοσωμικέςαυτοσωμικά
Γενικήαυτοσωμικώναυτοσωμικώναυτοσωμικών
Αιτιατικήαυτοσωμικούςαυτοσωμικέςαυτοσωμικά
Κλητικήαυτοσωμικοίαυτοσωμικέςαυτοσωμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →