αυτοσωματικός
•
- βιολογίαπου έχει σχέση με το αυτόσωμα ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοσωματικός < αυτόσωμα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική autosomal)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοσωματικός | αυτοσωματική | αυτοσωματικό |
| Γενική | αυτοσωματικού | αυτοσωματικής | αυτοσωματικού |
| Αιτιατική | αυτοσωματικό | αυτοσωματική | αυτοσωματικό |
| Κλητική | αυτοσωματικέ | αυτοσωματική | αυτοσωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοσωματικοί | αυτοσωματικές | αυτοσωματικά |
| Γενική | αυτοσωματικών | αυτοσωματικών | αυτοσωματικών |
| Αιτιατική | αυτοσωματικούς | αυτοσωματικές | αυτοσωματικά |
| Κλητική | αυτοσωματικοί | αυτοσωματικές | αυτοσωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →