αυτόφωτος
•
- που παράγει φως από μόνος του Βικιλεξικό
- ο Ήλιος είναι αυτόφωτο ουράνιο σώμα
- μεταφορικάπου έχει και εκφράζει τις δικές του ιδέες και απόψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτόφωτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αὐτόφωτος (απόλυτο φως) & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική self luminous ή από τη γερμανική selbstleuchtend Μορφολογικά, αυτό- + (φως) φωτ- + -ος. Δείτε και το ελληνιστικό αὐτόφως.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτόφωτος | αυτόφωτη | αυτόφωτο |
| Γενική | αυτόφωτου | αυτόφωτης | αυτόφωτου |
| Αιτιατική | αυτόφωτο | αυτόφωτη | αυτόφωτο |
| Κλητική | αυτόφωτε | αυτόφωτη | αυτόφωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτόφωτοι | αυτόφωτες | αυτόφωτα |
| Γενική | αυτόφωτων | αυτόφωτων | αυτόφωτων |
| Αιτιατική | αυτόφωτους | αυτόφωτες | αυτόφωτα |
| Κλητική | αυτόφωτοι | αυτόφωτες | αυτόφωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →