Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτόφωτος

/aˈfto.fo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγει φως από μόνος του Βικιλεξικό
    • ο Ήλιος είναι αυτόφωτο ουράνιο σώμα
  2. μεταφορικάπου έχει και εκφράζει τις δικές του ιδέες και απόψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτόφωτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αὐτόφωτος (απόλυτο φως) & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική self luminous ή από τη γερμανική selbstleuchtend Μορφολογικά, αυτό- + (φως) φωτ- + -ος. Δείτε και το ελληνιστικό αὐτόφως.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτόφωτοςαυτόφωτηαυτόφωτο
Γενικήαυτόφωτουαυτόφωτηςαυτόφωτου
Αιτιατικήαυτόφωτοαυτόφωτηαυτόφωτο
Κλητικήαυτόφωτεαυτόφωτηαυτόφωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτόφωτοιαυτόφωτεςαυτόφωτα
Γενικήαυτόφωτωναυτόφωτωναυτόφωτων
Αιτιατικήαυτόφωτουςαυτόφωτεςαυτόφωτα
Κλητικήαυτόφωτοιαυτόφωτεςαυτόφωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →