Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυχενικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυχένα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαυχενικό: (ιατρική) το αυχενικό σύνδρομο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυχενικός < αυχένας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυχενικόςαυχενικήαυχενικό
Γενικήαυχενικούαυχενικήςαυχενικού
Αιτιατικήαυχενικόαυχενικήαυχενικό
Κλητικήαυχενικέαυχενικήαυχενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυχενικοίαυχενικέςαυχενικά
Γενικήαυχενικώναυχενικώναυχενικών
Αιτιατικήαυχενικούςαυχενικέςαυχενικά
Κλητικήαυχενικοίαυχενικέςαυχενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →