αυχενικός
•
- που έχει σχέση με τον αυχένα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαυχενικό: (ιατρική) το αυχενικό σύνδρομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυχενικός < αυχένας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυχενικός | αυχενική | αυχενικό |
| Γενική | αυχενικού | αυχενικής | αυχενικού |
| Αιτιατική | αυχενικό | αυχενική | αυχενικό |
| Κλητική | αυχενικέ | αυχενική | αυχενικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυχενικοί | αυχενικές | αυχενικά |
| Γενική | αυχενικών | αυχενικών | αυχενικών |
| Αιτιατική | αυχενικούς | αυχενικές | αυχενικά |
| Κλητική | αυχενικοί | αυχενικές | αυχενικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →