αυχένας
•
- ο σβέρκος, ο τράχηλος Βικιλεξικό
- γεωγραφίατο σημείο στο οποίο συναντώνται δύο γειτονικά υψώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυχένας < αρχαία ελληνική αὐχήν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυχένας | αυχένες |
| Γενική | αυχένα | αυχένων |
| Αιτιατική | αυχένα | αυχένες |
| Κλητική | αυχένα | αυχένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →