Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφαγία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να μην τρώει κάποιος ή να μην θέλει να τρώει Βικιλεξικό
    • ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

αφαγία < α- + -φαγία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφαγίααφαγίες
Γενικήαφαγίαςαφαγιών
Αιτιατικήαφαγίααφαγίες
Κλητικήαφαγίααφαγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →