Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφειδώς

επίρρημα
•
  1. με γενναιοδωρία, σπατάλη, άφθονα, χωρίς φειδώ Βικιλεξικό
    • μοίραζε αφειδώς τις υποσχέσεις
    • Η βρετανική προπαγάνδα προώθησε αφειδώς τα έντυπα των φιλομοναρχικών, διαθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του δημοσιογραφικού χαρτιού για την ευόδωση της εξωτερικής της πολιτικής στα Βαλκάνια (Δημήτρης Σαπρανίδης, Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας: 3000 χρόνια αμφισβήτησης, εκδ. Ποταμός, 2001, σελ. 490)
  2. απερίσκεπτα, ασύνετα Βικιλεξικό
    • Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2003, σελ. 89)

Ετυμολογία

αφειδώς < αρχαία ελληνική ἀφειδῶς < ἀφειδής < ἀ- στερητικό + φείδομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →