Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφηγούμαι

/a.fiˈɣu.me/ρήμα
•
  1. λέω, αναφέρω, παρουσιάζω γεγονότα με συνεχή ροή λόγου Βικιλεξικό
    • ο ναυτικός μάς αφηγήθηκε όλα τα δραματικά γεγονότα από το ναυάγιο
  2. κατ’ επέκτασηπαρουσιάζω μια ιστορία με εικόνες που μπορεί να συνοδεύονται από λόγο Βικιλεξικό
    • η τελευταία ταινία του σκηνοθέτη αφηγείται την ιστορία ενός περιθωριακού νέου

Ετυμολογία

αφηγούμαι < αρχαία ελληνική ἀφηγοῦμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαφηγούμαιαφηγείσαιαφηγείταιαφηγούμαστεαφηγείστεαφηγούνται
Παρατατικόςαφηγούμουναφηγούσουναφηγούνταναφηγούμασταν / αφηγούμαστεαφηγούσασταν / αφηγούσαστεαφηγούνταν
Αόριστοςαφηγήθηκααφηγήθηκεςαφηγήθηκεαφηγηθήκαμεαφηγηθήκατεαφηγήθηκαν / αφηγηθήκαν / αφηγηθήκανε
Μέλλονταςθα αφηγηθώ / θα αφηγούμαιθα αφηγείσαι / θα αφηγηθείςθα αφηγείται / θα αφηγηθείθα αφηγηθούμε / θα αφηγούμαστεθα αφηγείστε / θα αφηγηθείτεθα αφηγηθούν / θα αφηγηθούνε / θα αφηγούνται
Παρακείμενοςέχω αφηγηθείέχεις αφηγηθείέχει αφηγηθείέχουμε αφηγηθείέχετε αφηγηθείέχουν αφηγηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα αφηγηθείείχες αφηγηθείείχε αφηγηθείείχαμε αφηγηθείείχατε αφηγηθείείχαν αφηγηθεί
Υποτακτικήνα έχω αφηγηθεί / να αφηγηθώ / να αφηγούμαινα έχεις αφηγηθεί / να αφηγείσαι / να αφηγηθείςνα έχει αφηγηθεί / να αφηγείται / να αφηγηθείνα έχουμε αφηγηθεί / να αφηγηθούμε / να αφηγούμαστενα έχετε αφηγηθεί / να αφηγείστε / να αφηγηθείτενα έχουν αφηγηθεί / να αφηγηθούν / να αφηγηθούνε / να αφηγούνται
Προστακτική—αφηγήσου——αφηγείστε / αφηγηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →