αφηγούμαι
•
- λέω, αναφέρω, παρουσιάζω γεγονότα με συνεχή ροή λόγου Βικιλεξικό
- ο ναυτικός μάς αφηγήθηκε όλα τα δραματικά γεγονότα από το ναυάγιο
- κατ’ επέκτασηπαρουσιάζω μια ιστορία με εικόνες που μπορεί να συνοδεύονται από λόγο Βικιλεξικό
- η τελευταία ταινία του σκηνοθέτη αφηγείται την ιστορία ενός περιθωριακού νέου
Ετυμολογία
αφηγούμαι < αρχαία ελληνική ἀφηγοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφηγούμαι | αφηγείσαι | αφηγείται | αφηγούμαστε | αφηγείστε | αφηγούνται |
| Παρατατικός | αφηγούμουν | αφηγούσουν | αφηγούνταν | αφηγούμασταν / αφηγούμαστε | αφηγούσασταν / αφηγούσαστε | αφηγούνταν |
| Αόριστος | αφηγήθηκα | αφηγήθηκες | αφηγήθηκε | αφηγηθήκαμε | αφηγηθήκατε | αφηγήθηκαν / αφηγηθήκαν / αφηγηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αφηγηθώ / θα αφηγούμαι | θα αφηγείσαι / θα αφηγηθείς | θα αφηγείται / θα αφηγηθεί | θα αφηγηθούμε / θα αφηγούμαστε | θα αφηγείστε / θα αφηγηθείτε | θα αφηγηθούν / θα αφηγηθούνε / θα αφηγούνται |
| Παρακείμενος | έχω αφηγηθεί | έχεις αφηγηθεί | έχει αφηγηθεί | έχουμε αφηγηθεί | έχετε αφηγηθεί | έχουν αφηγηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφηγηθεί | είχες αφηγηθεί | είχε αφηγηθεί | είχαμε αφηγηθεί | είχατε αφηγηθεί | είχαν αφηγηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αφηγηθεί / να αφηγηθώ / να αφηγούμαι | να έχεις αφηγηθεί / να αφηγείσαι / να αφηγηθείς | να έχει αφηγηθεί / να αφηγείται / να αφηγηθεί | να έχουμε αφηγηθεί / να αφηγηθούμε / να αφηγούμαστε | να έχετε αφηγηθεί / να αφηγείστε / να αφηγηθείτε | να έχουν αφηγηθεί / να αφηγηθούν / να αφηγηθούνε / να αφηγούνται |
| Προστακτική | — | αφηγήσου | — | — | αφηγείστε / αφηγηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →