Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφιλόξενος

/a.fiˈlo.kse.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι πρόθυμος να φιλοξενήσει κάποιον Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεχθρικός, δυσπρόσιτος, δύσβατος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφιλόξενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφιλόξενος < ἀ- στερητικό + φιλόξενος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιλόξενοςαφιλόξενηαφιλόξενο
Γενικήαφιλόξενουαφιλόξενηςαφιλόξενου
Αιτιατικήαφιλόξενοαφιλόξενηαφιλόξενο
Κλητικήαφιλόξενεαφιλόξενηαφιλόξενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιλόξενοιαφιλόξενεςαφιλόξενα
Γενικήαφιλόξενωναφιλόξενωναφιλόξενων
Αιτιατικήαφιλόξενουςαφιλόξενεςαφιλόξενα
Κλητικήαφιλόξενοιαφιλόξενεςαφιλόξενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →