αφιλοξενία
•
- η προφανής απροθυμία να φιλοξενήσει κάποιος κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιλοξενία < μεσαιωνική ελληνική ἀφιλοξενία < ελληνιστική κοινή ἀφιλόξενος < αρχαία ελληνική φιλόξενος < φίλος + ξένος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφιλοξενία | αφιλοξενίες |
| Γενική | αφιλοξενίας | αφιλοξενιών |
| Αιτιατική | αφιλοξενία | αφιλοξενίες |
| Κλητική | αφιλοξενία | αφιλοξενίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →