αφοπλισμός
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφοπλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφοπλισμός < μεσαιωνική ελληνική ἀφοπλισμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀφοπλίζομαι < ἀπό + ὅπλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοπλισμός | αφοπλισμοί |
| Γενική | αφοπλισμού | αφοπλισμών |
| Αιτιατική | αφοπλισμό | αφοπλισμούς |
| Κλητική | αφοπλισμέ | αφοπλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →