οπλίζω
•
- δίνω όπλα σε κάποιον Βικιλεξικό
- κάνω τις απαραίτητες ενέργειες σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί με σκανδαλισμό ώστε να είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί άμεσα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω σε κάποιον υλικά ή πνευματικά εφόδια ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποκινώ ή αναγκάζω έμμεσα κάποιον να χρησιμοποιήσει ένα όπλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπλίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οπλίζω | οπλίζεις | οπλίζει | οπλίζουμε | οπλίζετε | οπλίζουν / οπλίζουνε |
| Παρατατικός | όπλιζα | όπλιζες | όπλιζε | οπλίζαμε | οπλίζατε | οπλίζαν / οπλίζανε / όπλιζαν |
| Αόριστος | όπλισα | όπλισες | όπλισε | οπλίσαμε | οπλίσατε | οπλίσαν / οπλίσανε / όπλισαν |
| Μέλλοντας | θα οπλίζω / θα οπλίσω | θα οπλίζεις / θα οπλίσεις | θα οπλίζει / θα οπλίσει | θα οπλίζουμε / θα οπλίσουμε | θα οπλίζετε / θα οπλίσετε | θα οπλίζουν / θα οπλίζουνε / θα οπλίσουν / θα οπλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οπλίσει | έχεις οπλίσει | έχει οπλίσει | έχουμε οπλίσει | έχετε οπλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οπλίσει | είχες οπλίσει | είχε οπλίσει | είχαμε οπλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οπλίσει / να οπλίζω / να οπλίσω | να έχεις οπλίσει / να οπλίζεις / να οπλίσεις | να έχει οπλίσει / να οπλίζει / να οπλίσει | να έχουμε οπλίσει / να οπλίζουμε / να οπλίσουμε | να έχετε οπλίσει / να οπλίζετε / να οπλίσετε | να οπλίζουν / να οπλίζουνε / να οπλίσουν / να οπλίσουνε |
| Προστακτική | — | όπλιζε / όπλισε | — | — | οπλίζετε / οπλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →