αφοπλίζω
•
- αφαιρώ από κάποιον τα όπλα Βικιλεξικό
- περιορίζω τις στρατιωτικές δυνάμεις και τον οπλισμό ενός κράτους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεξουδετερώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποδυναμώνω τα επιχειρήματα κάποιου ή περιορίζω τη δυνατότητα να υπερασπίζει τις ενέργειές του Βικιλεξικό
- μεταφορικάγοητεύω, κερδίζω τη συμπάθεια και την αποδοχή κάποιου ο οποίος έτρεφε αισθήματα εχθρικά συναισθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφοπλίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀφοπλίζομαι < ὁπλίζω < ὅπλον (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική désarmer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφοπλίζω | αφοπλίζεις | αφοπλίζει | αφοπλίζουμε | αφοπλίζετε | αφοπλίζουν / αφοπλίζουνε |
| Παρατατικός | αφόπλιζα | αφόπλιζες | αφόπλιζε | αφοπλίζαμε | αφοπλίζατε | αφοπλίζαν / αφοπλίζανε / αφόπλιζαν |
| Αόριστος | αφόπλισα | αφόπλισες | αφόπλισε | αφοπλίσαμε | αφοπλίσατε | αφοπλίσαν / αφοπλίσανε / αφόπλισαν |
| Μέλλοντας | θα αφοπλίζω / θα αφοπλίσω | θα αφοπλίζεις / θα αφοπλίσεις | θα αφοπλίζει / θα αφοπλίσει | θα αφοπλίζουμε / θα αφοπλίσουμε | θα αφοπλίζετε / θα αφοπλίσετε | θα αφοπλίζουν / θα αφοπλίζουνε / θα αφοπλίσουν / θα αφοπλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφοπλίσει | έχεις αφοπλίσει | έχει αφοπλίσει | έχουμε αφοπλίσει | έχετε αφοπλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφοπλίσει | είχες αφοπλίσει | είχε αφοπλίσει | είχαμε αφοπλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφοπλίσει / να αφοπλίζω / να αφοπλίσω | να έχεις αφοπλίσει / να αφοπλίζεις / να αφοπλίσεις | να έχει αφοπλίσει / να αφοπλίζει / να αφοπλίσει | να έχουμε αφοπλίσει / να αφοπλίζουμε / να αφοπλίσουμε | να έχετε αφοπλίσει / να αφοπλίζετε / να αφοπλίσετε | να αφοπλίζουν / να αφοπλίζουνε / να αφοπλίσουν / να αφοπλίσουνε |
| Προστακτική | — | αφόπλιζε / αφόπλισε | — | — | αφοπλίζετε / αφοπλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →