αφορίζω
•
- εκκλησιαστικός όροςδιώχνω από την Εκκλησία, επιβάλλω ποινή αφορισμού Βικιλεξικό
- Τον αφόρισαν λόγω βλασφημίας.
- Η Ιερά Εξέταση αφόριζε και έστελνε στην πυρά χιλιάδες ανθρώπους.
Ετυμολογία
αφορίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀφορίζω < ἀφ- + ὁρίζω (αφ- + ορίζω). Δείτε και τον μεσαιωνικό τύπο ἀφορέζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφορίζω | αφορίζεις | αφορίζει | αφορίζουμε | αφορίζετε | αφορίζουν / αφορίζουνε |
| Παρατατικός | αφόριζα | αφόριζες | αφόριζε | αφορίζαμε | αφορίζατε | αφορίζαν / αφορίζανε / αφόριζαν |
| Αόριστος | αφόρισα | αφόρισες | αφόρισε | αφορίσαμε | αφορίσατε | αφορίσαν / αφορίσανε / αφόρισαν |
| Μέλλοντας | θα αφορίζω / θα αφορίσω | θα αφορίζεις / θα αφορίσεις | θα αφορίζει / θα αφορίσει | θα αφορίζουμε / θα αφορίσουμε | θα αφορίζετε / θα αφορίσετε | θα αφορίζουν / θα αφορίζουνε / θα αφορίσουν / θα αφορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφορίσει | έχεις αφορίσει | έχει αφορίσει | έχουμε αφορίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφορίσει | είχες αφορίσει | είχε αφορίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφορίσει / να αφορίζω / να αφορίσω | να έχεις αφορίσει / να αφορίζεις / να αφορίσεις | να έχει αφορίσει / να αφορίζει / να αφορίσει | να έχουμε αφορίσει / να αφορίζουμε / να αφορίσουμε | να αφορίζετε / να αφορίσετε | να αφορίζουν / να αφορίζουνε / να αφορίσουν / να αφορίσουνε |
| Προστακτική | — | αφόριζε / αφόρισε | — | — | αφορίζετε / αφορίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αφορίστηκααφορίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →