Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφυπηρετώ

ρήμα
•
  1. στρατιωτικός όροςμετά από την περάτωση της στρατιωτικής μου θητείας παίρνω απολυτήριο από το στρατό Βικιλεξικό
  2. λόγιοπερατώνεται η υπηρεσία που έχω σε κάποιον τομέα και αποσύρομαι απ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφυπηρετώ < αφ- + υπηρετώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαφυπηρετώαφυπηρετείςαφυπηρετείαφυπηρετούμεαφυπηρετείτεαφυπηρετούν / αφυπηρετούνε
Παρατατικόςαφυπηρετούσααφυπηρετούσεςαφυπηρετούσεαφυπηρετούσαμεαφυπηρετούσατεαφυπηρετούσαν / αφυπηρετούσανε
Αόριστοςαφυπηρέτησααφυπηρέτησεςαφυπηρέτησεαφυπηρετήσαμεαφυπηρετήσατεαφυπηρέτησαν / αφυπηρετήσαν / αφυπηρετήσανε
Μέλλονταςθα αφυπηρετήσω / θα αφυπηρετώθα αφυπηρετήσεις / θα αφυπηρετείςθα αφυπηρετήσει / θα αφυπηρετείθα αφυπηρετήσουμε / θα αφυπηρετούμεθα αφυπηρετήσετε / θα αφυπηρετείτεθα αφυπηρετήσουν / θα αφυπηρετήσουνε / θα αφυπηρετούν / θα αφυπηρετούνε
Παρακείμενοςέχω αφυπηρετήσειέχεις αφυπηρετήσειέχει αφυπηρετήσειέχουμε αφυπηρετήσειέχετε αφυπηρετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αφυπηρετήσειείχες αφυπηρετήσειείχε αφυπηρετήσειείχαμε αφυπηρετήσει——
Υποτακτικήνα έχω αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσω / να αφυπηρετώνα έχεις αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσεις / να αφυπηρετείςνα έχει αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσει / να αφυπηρετείνα έχουμε αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσουμε / να αφυπηρετούμενα έχετε αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσετε / να αφυπηρετείτενα αφυπηρετήσουν / να αφυπηρετήσουνε / να αφυπηρετούν / να αφυπηρετούνε
Προστακτική—αφυπηρέτει / αφυπηρέτησε——αφυπηρετήστε / αφυπηρετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →