αφυπηρετώ
•
- στρατιωτικός όροςμετά από την περάτωση της στρατιωτικής μου θητείας παίρνω απολυτήριο από το στρατό Βικιλεξικό
- λόγιοπερατώνεται η υπηρεσία που έχω σε κάποιον τομέα και αποσύρομαι απ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφυπηρετώ < αφ- + υπηρετώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφυπηρετώ | αφυπηρετείς | αφυπηρετεί | αφυπηρετούμε | αφυπηρετείτε | αφυπηρετούν / αφυπηρετούνε |
| Παρατατικός | αφυπηρετούσα | αφυπηρετούσες | αφυπηρετούσε | αφυπηρετούσαμε | αφυπηρετούσατε | αφυπηρετούσαν / αφυπηρετούσανε |
| Αόριστος | αφυπηρέτησα | αφυπηρέτησες | αφυπηρέτησε | αφυπηρετήσαμε | αφυπηρετήσατε | αφυπηρέτησαν / αφυπηρετήσαν / αφυπηρετήσανε |
| Μέλλοντας | θα αφυπηρετήσω / θα αφυπηρετώ | θα αφυπηρετήσεις / θα αφυπηρετείς | θα αφυπηρετήσει / θα αφυπηρετεί | θα αφυπηρετήσουμε / θα αφυπηρετούμε | θα αφυπηρετήσετε / θα αφυπηρετείτε | θα αφυπηρετήσουν / θα αφυπηρετήσουνε / θα αφυπηρετούν / θα αφυπηρετούνε |
| Παρακείμενος | έχω αφυπηρετήσει | έχεις αφυπηρετήσει | έχει αφυπηρετήσει | έχουμε αφυπηρετήσει | έχετε αφυπηρετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφυπηρετήσει | είχες αφυπηρετήσει | είχε αφυπηρετήσει | είχαμε αφυπηρετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσω / να αφυπηρετώ | να έχεις αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσεις / να αφυπηρετείς | να έχει αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσει / να αφυπηρετεί | να έχουμε αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσουμε / να αφυπηρετούμε | να έχετε αφυπηρετήσει / να αφυπηρετήσετε / να αφυπηρετείτε | να αφυπηρετήσουν / να αφυπηρετήσουνε / να αφυπηρετούν / να αφυπηρετούνε |
| Προστακτική | — | αφυπηρέτει / αφυπηρέτησε | — | — | αφυπηρετήστε / αφυπηρετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →