Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχειραγώγητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει χειραγωγηθεί ή δεν είναι δυνατόν να χειραγωγηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχειραγώγητος < αρχαία ελληνική ἀχειραγώγητος < ἀ- + χειραγωγέω < χείρ + ἄγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχειραγώγητοςαχειραγώγητηαχειραγώγητο
Γενικήαχειραγώγητουαχειραγώγητηςαχειραγώγητου
Αιτιατικήαχειραγώγητοαχειραγώγητηαχειραγώγητο
Κλητικήαχειραγώγητεαχειραγώγητηαχειραγώγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχειραγώγητοιαχειραγώγητεςαχειραγώγητα
Γενικήαχειραγώγητωναχειραγώγητωναχειραγώγητων
Αιτιατικήαχειραγώγητουςαχειραγώγητεςαχειραγώγητα
Κλητικήαχειραγώγητοιαχειραγώγητεςαχειραγώγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →