αχνοφαίνομαι
•
- φαίνομαι αμυδρά Βικιλεξικό
- Τα φώτα του κτιρίου αχνοφαίνονταν στην άκρη του δρόμου, και καθώς έσβηνα τη μηχανή, η βροχή με περικύκλωσε ξανά. Ένα συναίσθημα ακαθόριστο αλλά επίμονο με ακολουθούσε.
- Η Σιμόν βλέπει πως η Ύλβα έχει ξεχάσει να βάψει τα μαλλιά της. Στη χωρίστρα της που είναι ακριβώς στη μέση αχνοφαίνονται γκρίζες τρίχες. Αλλά το πρόσωπό της είναι μακιγιαρισμένο και αρυτίδωτο, τα χείλη της είναι σκουροκόκκινα όπως πάντα.
Ετυμολογία
αχνοφαίνομαι < αχνο- + φαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →