αχνόφωτος
•
- λογοτεχνικόπου φωτίζει ή φωτίζεται αχνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχνόφωτος < αχνός + -ο- + φως + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχνόφωτος | αχνόφωτη | αχνόφωτο |
| Γενική | αχνόφωτου | αχνόφωτης | αχνόφωτου |
| Αιτιατική | αχνόφωτο | αχνόφωτη | αχνόφωτο |
| Κλητική | αχνόφωτε | αχνόφωτη | αχνόφωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχνόφωτοι | αχνόφωτες | αχνόφωτα |
| Γενική | αχνόφωτων | αχνόφωτων | αχνόφωτων |
| Αιτιατική | αχνόφωτους | αχνόφωτες | αχνόφωτα |
| Κλητική | αχνόφωτοι | αχνόφωτες | αχνόφωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →