αχρέωτος
•
- για άνθρωποπου δεν έχει χρεωθεί, που δεν έχει χρέη Βικιλεξικό
- για αντικείμενο ή πράγμαπου δεν έχει χρεωθεί, που δεν χρωστάει κάποιος γι' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχρέωτος < α- + χρεώνω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχρέωτος | αχρέωτη | αχρέωτο |
| Γενική | αχρέωτου | αχρέωτης | αχρέωτου |
| Αιτιατική | αχρέωτο | αχρέωτη | αχρέωτο |
| Κλητική | αχρέωτε | αχρέωτη | αχρέωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχρέωτοι | αχρέωτες | αχρέωτα |
| Γενική | αχρέωτων | αχρέωτων | αχρέωτων |
| Αιτιατική | αχρέωτους | αχρέωτες | αχρέωτα |
| Κλητική | αχρέωτοι | αχρέωτες | αχρέωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →