αχρηματοδότητος
•
- που δεν χρηματοδοτείται ή δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχρηματοδότητος < α- στερητικό + χρηματοδοτώ, χρηματοδοτη- + -τος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + χρηματο- + -δότητος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχρηματοδότητος | αχρηματοδότητη | αχρηματοδότητο |
| Γενική | αχρηματοδότητου | αχρηματοδότητης | αχρηματοδότητου |
| Αιτιατική | αχρηματοδότητο | αχρηματοδότητη | αχρηματοδότητο |
| Κλητική | αχρηματοδότητε | αχρηματοδότητη | αχρηματοδότητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχρηματοδότητοι | αχρηματοδότητες | αχρηματοδότητα |
| Γενική | αχρηματοδότητων | αχρηματοδότητων | αχρηματοδότητων |
| Αιτιατική | αχρηματοδότητους | αχρηματοδότητες | αχρηματοδότητα |
| Κλητική | αχρηματοδότητοι | αχρηματοδότητες | αχρηματοδότητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →